Τα ζώα του τόπου μας

Webnode

Λαγός (lepus europaeus)

 

 O ΛΑΓΟΣ
    
Είναι θηλαστικό της κατηγορίας των τρωκτικών, ανήκει στην οικογένεια των λαγίδων Το γένος του περιλαμβάνει δύο κύρια είδη , το λαγό και το κουνέλι.
    Εχει βάρος περίπου 3-6 κιλά και μήκος περίπου 75 εκατοστά.
    Το χρώμα του είναι ανάλογο της ηλικίας του, γενικώς είναι χρώματος καστανοκίτρινον στο πάνω μέρος , προς τα πίσω λευκό , παρουσιάζει διάφορες παραλλαγές , όπως ποιό σκούρους ,λευκούς, ανοικτόχρωμους κ.λ.π. αναλόγως του περιβάλλοντος που ζει.
       Ο λαγός γεννά 3-4 φορές τον χρόνο, την πρώτη τον Μάρτιο και την τελευταία τον Αύγουστο, και γεννά 2-4 μικρά αναλόγως των συνθηκών.
    Ζώο δειλό από την φύση του, είναι υποχρεωμένο να κρύβεται όλη την ημέρα , να βόσκει την νύχτα. Μειονεκτεί πολύ στην όραση , αλλά το αναπληρώνει με την τρομερά αναπτυγμένη ακοή του.
        Το χειμώνα βρίσκεται συνήθως στα προσήλια και το καλοκαίρι μέσα στις πυκνές και δροσερές ρεματιές, σε μεγάλο υψόμετρο. Διαλέγει απόμερα και ήσυχα μέρη , πάντα μακριά από μονοπάτια πολυσύχναστα, μέσα σε φουντωτούς θάμνους, φροντίζοντας πάντα η κρυψώνα του να έχει 2-3 εξόδους κινδύνου. Συνήθως το γιατάκι του δεν είναι μόνιμο. Αν η καταδίωξη είναι μικρή σε διάρκεια , θα ξαναγυρίσει στην ίδια φωλιά.

Αλεπού

 

Ζώο σαρκοφάγο, θηλαστικό, που ανήκει στην οικογένεια των κυνιδών. Είναι μάλλον μικρόσωμο ζώο. Το σώμα του έχει μήκος μέχρι 90 εκατοστόμετρα και η ουρά του μέχρι 60 εκατοστόμετρα, αρκετά μεγάλη συγκριτικά με το σώμα και φουντωτή. Το τρίχωμα είναι πυκνό, χνουδωτό με διάφορους χρωματισμούς, συνήθως κοκκινωπό ή καστανοκίτρινο.Η αλεπού συναντάται σε όλες σχεδόν τις ηπείρους εκτός από την Αυστραλία και την Ανταρκτίδα. Υπάρχουν 10 περίπου είδη σ' όλον τον κόσμο. Συνηθισμένη είναι η κοινή αλεπού που ζει στις στέπες και στις ερήμους. Είναι πιο μεγάλη από τα άλλα είδη (το μήκος της είναι 60- 90 εκατοστά και η ουρά της 40- 60 εκατοστά) και ζυγίζει περίπου 10 κιλά. Το χρώμα του τριχώματός της ποικίλλει. Συνήθως το πάνω μέρος του σώματός της είναι κιτρινοκόκκινο (πιο σκούρο στη ράχη και στα πόδια), αλλά, σε μερικές ράτσες, μπορεί να είναι και πυρόξανθο ή κίτρινο - γκρίζο. Το κάτω μέρος έχει χρώμα υπόλευκο ή σκούρο. Η άκρη της ουράς της είναι πάντοτε λευκή.Ζει, όπως είπαμε, στις στέπες και στις ερήμους, αλλά και σε αραιά δάση και θαμνώδεις περιοχές. Πολλές φορές ζει κοντά στα χωριά, κάποτε - κάποτε και κοντά σε πόλεις.Τρέφεται με πολλά είδη τροφής, εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους. Κυρίως προτιμά τρωκτικά που μοιάζουν με ποντικούς, αλλά κάποτε τρώει και λαγούς και πουλιά, καθώς επίσης και ασπόνδυλα ζώα (έντομα κλπ.).Γεννά 3- 12 μικρά. Η αλεπού γεννά τα μικρά της σε υπόγειες φωλιές, που ανοίγει συνήθως μοναχή της. Μερικές φορές η αλεπού χρησιμοποιεί τις φωλιές του ασβού και άλλων ζώων.Η αλεπού είναι από τα ζώα που τα κυνηγούν ιδιαίτερα εξαιτίας της ωραίας γούνας της.

Άλλο είδος αλεπούς είναι η αλεπού η λαγοπόδαρη. Αυτή είναι αρπακτικό ζώο της ίδιας οικογένειας. Το μήκος του σώματός της δεν περνά τα 70 εκατ. και το μήκος της ουράς της τα 35 εκατοστά. Το τρίχωμά της είναι πολύ πυκνό και μεταξοειδές. Το παράξενο σ' αυτή είναι η αλλαγή του χρώματός της, ανάλογα με την εποχή. Έτσι, το χειμώνα έχει μακρύ και λευκό τρίχωμα και το καλοκαίρι σχετικά κοντό και γκρίζο - καφέ. Υπάρχει και η λεγόμενη μπλε (κυανή) αλεπού που και το χειμώνα έχει γκρίζο - καφέ χρώμα. Αυτό το είδος ζει στη Βόρεια Ευρώπη, Ασία και Βόρεια Αμερική. Επίσης εμφανίζεται μέχρι τα νησιά του Βόρειου Παγωμένου Ωκεανού και της Βεριγγείου θάλασσας.

Τρέφεται με τρωκτικά ζώα, πτηνά, με τ' αυγά τους και τους νεοσσούς, με ψάρια, με θνησιμαία ζώα, διάφορα ασπόνδυλα ζώα, καρπούς και φύκια.

Γεννά, όπως και τα προηγούμενα 4- 12 μικρά.Και αυτού του είδους η αλεπού είναι περιζήτητη για τα υπέροχα γουναρικά. Σε μερικές χώρες υπάρχουν και εκτροφεία, όπου συντηρούν αυτά τα ζώα με μόνο σκοπό την εκμετάλλευση της γούνας τους.Επίσης αξιόλογο είδος είναι η αλεπού των στεπών. Ανήκει και αυτή στην οικογένεια των κυνιδών. Είναι μικρότερη από τις άλλες (το μήκος του σώματός της είναι 50- 60 εκατοστά και της ουράς της 25- 35). Το χρώμα του τριχώματός της είναι γκριζοκόκκινο. Η άκρη της ουράς της είναι μαύρη ή σκούρο καφέ.Ζει στις στέπες και στις ημιερήμους της Ασίας και της νοτιοανατολικής Ευρώπης καθώς και στη Σοβιετική Ένωση στο βόρειο Καύκασο.Τρέφεται συνήθως με διάφορα τρωκτικά και σπανιότερα πουλιά, ερπετά και έντομα. Έχει κι αυτή κυνηγετική αξία.Όλα τα είδη της αλεπούς παρέχουν μεγάλη ωφέλεια, γιατί καταστρέφουν τα τρωκτικά.Εξαιτίας της συνήθειας της αλεπούς, να ζει κοντά στα χωριά, έχει συνδεθεί με πολλές ιστορίες και παραμύθια.

www.livepedia.gr

Αγριόχοιρος

Ζώο παχύδερμο θηλαστικό, αρτιοδάχτυλο της οικογένειας των συϊδών. Είναι κοινωνικό και συχνά ζει κατά αγέλες.

Περιγραφή

Το σώμα του έχει μήκος περίπου 1 μ. και ύψος 60 - 80 εκ. Το δέρμα του είναι τραχύ και σκληρό και σκεπάζεται από αραιό καστανό τρίχωμα. Οι τρίχες του δέρματός του είναι μεγάλες, χοντρές και σκληρές, γνωστές ως "γουρουνότριχες". Το βάρος του σώματός του μπορεί να φτάσει μέχρι τα 300 κιλά. Το κεφάλι του είναι μεγάλο και καταλήγει σε ένα ευκίνητο, σκληρό και πλατύ ρύγχος με δύο ρουθούνια. Τα σαγόνια του είναι πολύ δυνατά, εφοδιασμένα με 44 δόντια, από τα οποία τα 6 είναι κοπτήρες, τα 2 κυνόδοντες και τα 14 τραπεζίτες (σε κάθε σιαγόνα). Οι κυνόδοντες στο κάτω σαγόνι είναι εξαιρετικά αναπτυγμένοι, ώστε να προεξέχουν, και τους χρησιμοποιεί ως αμυντικό και επιθετικό όπλο.

Τα μάτια του είναι μικρά, όρθια, αβγοειδή και τριχωτά. Ο λαιμός του, κοντός και σχεδόν ανύπαρκτος, έχει στο πάνω μέρος τρίχες σκληρότερες, όρθιες, σχηματίζοντας μια μικρή χαίτη. Τα πόδια του είναι κοντά και δυνατά, ώστε να μπορούν να κρατούν το βάρος του και καταλήγουν σε 4 ονυχωτά σκληρά δάχτυλα, από τα οποία μόνο τα δύο μεσαία χρησιμοποιεί για τη στήριξή του. Η ουρά του είναι μικρή και καταλήγει σε ένα θύσανο από τρίχες. Το θηλυκό στο κάτω μέρος της κοιλιάς έχει 10 θηλές μαστών. Είναι ζώο έξυπνο, θαρραλέο, δυνατό αλλά και προσεκτικό απέναντι στον εχθρό.

  Τροφή - κατοικία - πολλαπλασιασμός

Η τροφή του αποτελείται κυρίως από φυτικές ουσίες (χόρτα, καρποί δέντρων, ρίζες κλπ.). Τα περισσότερα όμως είδη του αγριόχοιρου είναι παμφάγα (μικρά ζώα και σε δύσκολες περιπτώσεις ακόμα και τα νεογνά τους). Ζει μέσα στα δάση, κάτω από πυκνούς θάμνους και μόνο κατά τη νύχτα βγαίνει για αναζήτηση της τροφής του. Πολύ συχνά διαλέγει για κατοικία του τις ελώδεις περιοχές, γιατί του αρέσει να κυλιέται μέσα στη λάσπη. Κατά το τέλος περίπου του Νοεμβρίου αρχίζει η περίοδος του ζευγαρώματός του, που διαρκεί 4 - 6 εβδομάδες.

Την εποχή του ζευγαρώματος τα αρσενικά δίνουν άγριες μάχες ως επίδειξη δύναμης. Μετά από 18 - 20 εβδομάδες το θηλυκό γεννά από 4 - 6 και από 10 - 12 νεογνά (καπρίσκοι), που τα φροντίζει και τα προστατεύει με γενναιότητα. Ζει περίπου 20 - 30 χρόνια. Ο μεγαλύτερος εχθρός του αγριόχοιρου είναι ο άνθρωπος, που τον κυνηγά για το νόστιμο κρέας του. Το σκληρό του δέρμα χρησιμοποιείται στην κιβωτιοποιία και οι τρίχες του για την κατασκευή λαβίδων.

 www.livepedia.gr

Ζαρκάδι

Μηρυκαστικό ζώο της οικογένειας των ελαφιδών. Επιστημονικά λέγεται "δορκάς".

1. Περιγραφή: Το ζ. ζει σε όλες τις δασώδεις περιοχές της Ευρώπης από τη Μ. Βρετανία και τη Σκανδιναβία μέχρι την Ελλάδα (Παρνασσό, όρη Ευρυτανίας, Μακεδονίας κ.ά.) και τη Ν Ιταλία.Το ύψος του είναι περίπου 0,70 μ. και το μήκος του μαζί με την ουρά φτάνει τα 1,15 μ. Το αρσενικό έχει κέρατα, τα οποία πέφτουν το φθινόπωρο και ξαναφυτρώνουν στα τέλη του χειμώνα. Το τρίχωμα του ζώου είναι κοκκινωπό, μονόχρωμο στα ώριμα άτομα και με άσπρα στίγματα στα νεαρά. Το καλοκαίρι παίρνει χρώμα χρυσωπό, κοκκινόξανθο (ρούσο) και είναι πιο αραιό, ενώ το χειμώνα γίνεται πιο καστανό, μερικές φορές προς το μαύρο και είναι πιο πλούσιο. Το αρσενικό φέρει μια βούλα άσπρη μπροστά στο λαιμό και μία πίσω στα καπούλια, ενώ το θηλυκό φέρει μόνο μία στα καπούλια.Τρέφεται με φυτικές ουσίες, που αναζητά συνήθως το σούρουπο και τις νυχτερινές ώρες.Η περίοδος της αναπαραγωγής αρχίζει το καλοκαίρι και ύστερα από κυοφορία περίπου 9 μηνών γεννά 1-2 μικρά (ένα αρσενικό και ένα θηλυκό). Η φωνή των αρσενικών θυμίζει γάβγισμα και των θηλυκών μοιάζει με βέλασμα.

2. Είδη: Στην Ασία και ιδιαίτερα στη Σιβηρία και στον Καύκασο ζουν δύο συγγενικά είδη με αυτό που περιγράψαμε αλλά αρκετά μεγαλύτερα.

3. Χρησιμότητα: Το ζ. το κυνηγούν για το πολύ νόστιμο κρέας του. Το κυνήγι του όμως σήμερα απαγορεύεται και ελέγχεται αυστηρότατα. Η παρουσία του στολίζει πολλά πάρκα και κήπους σ` όλο τον κόσμο.

Ελάφι

Είναι ζώο θηλαστικό μηρυκαστικό, που ανήκει στην οικογένεια των ελαφιδών και στο γένος των αρτιοδακτύλων. Είναι όμορφο, λεπτόσωμο, με κοντό καστανόχρωμο μαλακό τρίχωμα. Το κεφάλι του είναι μικρό, με ρύγχος μυτερό.Έχει μεγάλα όμορφα μάτια και λεπτά ευκίνητα πόδια. Το αρσενικό έχει στο κεφάλι του κέρατα μεγάλα με διακλαδώσεις που ανανεώνονται κάθε χρόνο και μοιάζουν με φύλλα πλατιά.Ζει σε πυκνά δάση ζευγαρωτά ή πολλά μαζί (αγέλες) και τρέφεται με χλόη, χόρτα ή και με τη φλούδα από τους κορμούς των μικρών δέντρων, τους οποίους επίσης καταστρέφει τρίβοντας επάνω τα κέρατά του, όταν είναι η εποχή ν' αλλάξει το δέρμα του.Το ελάφι συναντάται σε πολλές παραλλαγές (με κέρατα ή χωρίς, μεγαλόσωμο ή μικρόσωμο, με ουρά ή χωρίς, με χαυλιόδοντες ή όχι με μεγάλα ή μικρά αυτιά κλπ.) σ' όλο τον κόσμο εκτός απ' την Αφρική και την Αυστραλία. Στην Αμερική είναι μεγαλόσωμα, στην Κίνα μικρόσωμα χωρίς κέρατα, στην Ιάβα και Σουμάτρα μεγάλα με κοντά κέρατα, στην Ευρώπη μέτρια κλπ.

Το κοινό ελάφι, που το συναντάμε στα περισσότερα μέρη της Ευρώπης και της Μ. Ασίας, έχει μήκος ως 2,30 μ. και ύψος ως 1,50 μ. και ζυγίζει ως 100 κιλά.

Έχει σπάνια ευκινησία και τρέχει πολύ γρήγορα κάνοντας πηδήματα μέχρι 8 μέτρα.Ζει γύρω στα 40 με 50 χρόνια. Στον τόπο μας συναντιέται στον Όλυμπο, στα βουνά της Ηπείρου και σε μερικά ορεινά μέρη της Μακεδονίας.Έχει εχθρούς όλα τ' αρπακτικά ζώα και τον άνθρωπο. Το μόνο όπλο για την άμυνά του είναι το γρήγορο τρέξιμό του και οι οξύτατες αισθήσεις του.Το θηλυκό του, που δεν έχει κέρατα, γεννά μια φορά το χρόνο (κάθε 10 μήνες) 1 ως 2 ελαφάκια που τα θηλάζει και τ' αγαπά πολύ. Το ζευγάρι είναι τόσο αγαπημένο μεταξύ του που αν τύχει να σκοτωθεί το ένα, το άλλο είναι δυνατό να πεθάνει από λύπη και μαρασμό, έχοντας περιπλανηθεί πολλές μέρες.Το κυνηγούν για το νοστιμότατο και ευκολοχώνευτο κρέας του, που είναι ανεκτίμητο για τους αρρώστους. Επίσης για το δέρμα του που χρησιμοποιείται για ενδύματα και κάθε λογής δερμάτινα είδη. Τα κέρατά του είναι πολύτιμα για την κατασκευή λαβών διάφορων αντικειμένων (πιρουνιών, μαχαιριών, μπαστουνιών κλπ.) καθώς και για κόλλα και ζελατίνα. Παλιότερα αποτελούσαν μια απ' τις σπουδαιότερες πρώτες ύλες για την παραγωγή αμμωνίας.Σήμερα το κυνήγι του έχει απαγορευτεί, γιατί το είδος σπανίζει στον τόπο μας.

Το ελάφι αναφέρεται απ' το λαό στα τραγούδια και τις παροιμίες του (για την αγάπη της μάνας ελαφίνας στα μικρά της, για την ομορφιά και αθώα γλυκύτητα των ματιών τους καθώς και το λεπτό ευλύγιστο σώμα τους, ώστε μια όμορφη γυναίκα να τη λένε "ελαφίνα". Επίσης και στη μυθολογία αναφέρεται σε σχέση με τη θεά Άρτεμη, θεά του κυνηγιού. Όλ' αυτά δείχνουν πως το ελάφι είναι αγαπημένο ζώο του λαού από παλιά.

Αρκούδα (άρκτος)

 

Η αρκούδα ανήκει στην οικογένειες των αρκτιδών που περιλαμβάνει συνολικά επτά γένη και κάθε γένος μερικά είδη.

Από τα είδη τα πιο γνωστά είναι τα παρακάτω:

  • Αρκούδα η μακρόχειλη, που ζει στην Ινδία και στην Κεϋλάνη. Χαρακτηριστικό της αρκούδας αυτής είναι το κατάμαυρο πυκνό τρίχωμα, ενώ στο μέσο του στήθους έχει μια άσπρη κηλίδα. Επίσης το ρύγχος της είναι άσπρο.
  • Η αρκούδα του Θιβέτ, που ζει στην ανατολική Ασία, την Ιαπωνία και τη Φορμόζα. Είναι και αυτή μαύρη και στο στήθος σχηματίζει ένα άσπρο V.
  • Η αρκούδα η καρκινοφάγος που ζει στη νότια Αμερική και έχει γύρω από τα μάτια χρωματιστούς κύκλους, έτσι που να φαίνεται ότι φοράει γυαλιά.
  • Η αμερικάνικη αρκούδα ή μπαριμπάλ, που έχει χρώμα μαύρο μέχρι καστανοκόκκινο.
  • Η σταχτιά αρκούδα ή γκρίζλι ζει και αυτή στην Αμερική, ενώ στην Αλάσκα ζει η αρκούδα Κόντιακ.
  • Η αρκούδα η κοινή που έχει χρώμα καστανόμαυρο, κοκκινωπό ή και γκρίζο πολλές φορές, ανάλογα με την περιοχή που βρίσκεται, ζει στην Ευρώπη.

Τέτοιες αρκούδες μπορεί να συναντήσει κανείς ακόμη στα Πυρηναία, στις Άλπεις (όπου και προστατεύεται με ειδική νομοθεσία), στα Καρπάθια, στη Σιβηρία, όπως επίσης και στην Ελλάδα, πολύ λίγες όμως και κυρίως στα πυκνά δάση της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, καθώς επίσης και στη Θράκη.

Τέλος, ένα άλλο πολύ γνωστό είδος είναι η άσπρη αρκούδα ή πολική, όπως αλλιώς λέγεται, που ζει στις πολικές περιοχές της Ευρώπης και της Αμερικής. Το μήκος της (και όταν σηκώνεται στα πίσω πόδια το ύψος της) φτάνει μέχρι και 3 μέτρα, ενώ το βάρος της ξεπερνά τα 800 κιλά. Η άσπρη αρκούδα και όταν αιχμαλωτιστεί δεν εξημερώνεται ποτέ και είναι πάρα πολύ επιθετική και επικίνδυνη.Η μεγαλύτερη από όλες τις αρκούδες είναι η γκρίζλι, που φτάνει τα 3 μέτρα μήκος και ζυγίζει πάνω από έναν τόνο. Η Ευρωπαϊκή κοινή αρκούδα, που ζει και στην Ελλάδα, έχει πολύ μικρότερες διαστάσεις το μήκος της φτάνει τα 1,50 - 2,20 μέτρα, ενώ το βάρος της είναι από 150 έως 300 κιλά.Η αρκούδα είναι ζώο παμφάγο. Μια από τις μεγαλύτερες λιχουδιές της είναι το μέλι των αγριομελισσιών, που το κυνηγάει με μανία. Επίσης κυνηγάει ψάρια στις λίμνες, στα ποτάμια και στη θάλασσα. Θεωρείται εξαιρετικός κολυμβητής, ιδιαίτερα η πολική αρκούδα, που θεωρείται επίσης και σαν ένας από τους πιο δεινούς δύτες. Τα ρουθούνια της άσπρης αρκούδας, όταν βουτάει, κλείνουν με μεμβράνη, για να μην μπαίνει νερό.Σχεδόν όλα τα είδη της αρκούδας πέφτουν σε χειμωνιάτικο ύπνο που διαρκεί από τον Οκτώβρη μέχρι το Φλεβάρη - Μάρτη. Πολλές φορές συμβαίνει να ξυπνήσει νωρίτερα, οπότε γίνεται πολύ ευαίσθητη και νευρική και πολύ επικίνδυνη για τον άνθρωπο που θα συναντήσει.

Οι αρκούδες είναι ζώα μοναχικά και μόνο την εποχή που ζευγαρώνουν (και αυτό συμβαίνει από τα μέσα του Μάη μέχρι τις αρχές Αυγούστου) μαζεύονται σε μια περιοχή περισσότερα ζώα. Διαφορετικά κάθε ζώο ορίζει τη δική του περιοχή που μένει και συνήθως έχει έκταση μέχρι 30.000 στρέμματα. Την περιοχή αυτή τη σημαδεύει, είτε ξύνοντας τη φλούδα των δένδρων είτε με τα ούρα (όπως κάνουν και οι σκύλοι) είτε ακόμη με τα περιττώματά της.Κάθε αρκούδα προστατεύει με πάθος το μικρό της βασίλειο και δεν αφήνει καμιά άλλη να πλησιάσει. Αν, παρόλα αυτά, κάποια άλλη προσπαθήσει να της πάρει το βασίλειο, τότε αρχίζουν αιματηρούς αγώνες, μέχρι που ο επιδρομέας να εγκαταλείψει το έδαφος.Στην περιοχή συνήθως που ζει μια αρκούδα φτιάχνει και τη φωλιά της που θα κοιμηθεί το χειμώνα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να διαλέξει κάποιο άλλο μέρος, αρκεί, φυσικά, ο άλλος ένοικος να έχει κοιμηθεί.Η εγκυμοσύνη της αρκούδας διαρκεί 7 - 8 μήνες και είναι κρυφή, δηλ. δε φαίνεται, αν είναι έγκυος ή όχι, έστω και αν βρίσκεται στις τελευταίες ημέρες πριν από τη γέννα.Συνήθως γεννάει 2 - 3 μικρά (σπάνια και μέχρι 5) που είναι στην αρχή τυφλά και χωρίς τρίχωμα. Στην αρχή η αρκούδα τα χώνει στο δικό της τρίχωμα και τα θηλάζει εντατικά. Μετά από ένα μήνα έχουν βγάλει δικό τους τρίχωμα. Τα αρκουδάκια μένουν κοντά στην μητέρα τους μέχρι και τον τρίτο χρόνο. Μετά από τον τρίτο χρόνο η μητέρα τους τα διώχνει έξω από τη δική της περιοχή, για να βρουν άλλη ακατοίκητη περιοχή και να ζήσουν. Οι αρκούδες ζούνε συνήθως μέχρι 50 χρόνια.Πολλά από τα είδη της αρκούδας, όταν αιχμαλωτιστούν, εξημερώνονται εύκολα και μαθαίνουν να κάνουν διάφορα νούμερα στα τσίρκα. Θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η αρκούδα είναι από τους καλύτερους ισορροπιστές. Γι' αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν το γεγονός ότι κάνουν μοτοσικλέτα ή περνάνε πάνω από δύο τεντωμένα σχοινιά.Και ένα χαρακτηριστικό της αρκούδας, που σπάνια συναντάει κανείς στ' άλλα ζώα: οι μυς του προσώπου δεν κινούνται, δεν μπορεί δηλ. να κάνει η αρκούδα γκριμάτσες, όπως π.χ. το σκυλί, όταν είναι θυμωμένο. Έτσι λοιπόν και αν ακόμη μία αρκούδα είναι θυμωμένη και την κοιτάξει κανείς στο πρόσωπο, δεν θα καταλάβει απολύτως τίποτα.

Λύκος

Σαρκοφάγο θηλαστικό που ανήκει στην οικογένεια των κυνιδών. Από πολλούς θεωρείται ένας από τους προγόνους του σκύλου, με τον οποίο μοιάζει, ιδιαίτερα με τα λυκόσκυλα που, κατά μια θεωρία, έχει συμβάλλει στη δημιουργία τους. Το ύψος του φτάνει τα 80 - 90 εκατ., το μήκος του το 1,5 μέτρο και το βάρος του τα 40 - 50 κιλά. Το σώμα του είναι δυνατό, το κεφάλι του κανονικό, με μακρύ ρύγχος, ενώ τ' αυτιά είναι πάντα όρθια και τριγωνικά. Το χρώμα του ποικίλλει, ανάλογα με την εποχή του χρόνου και τον τόπο που ζει. Αρχίζει από σταχτόγκριζο και φτάνει μέχρι ανοιχτό αμμοκίτρινο.Ο λύκος είναι διαδεδομένος σ' όλη την εύκρατη ζώνη της Ευρώπης, της Ασίας και της Αμερικής. Στην Ελλάδα απαντά κυρίως στη Μακεδονία και την Ήπειρο, ενώ το χειμώνα κατεβαίνει και μέχρι τη Θεσσαλία. Ζει στα δάση (αλλά προτιμά τ' ανοιχτά μέρη) σε αγέλες κι έχει κανονική ιεράρχηση. Υπάρχει πάντα ο αρχηγός, που κρατάει τη θέση του αγωνιζόμενος πάντα κατά της επιβουλής των νεότερων αρσενικών.Οι λύκοι τρέφονται αποκλειστικά με κρέας. Για να κυνηγήσουν πηγαίνουν όλοι μαζί και καθένας έχει το ρόλο του. Συνήθως χωρίζονται σε δυο ομάδες. H μια στήνει παγίδα κι οι υπόλοιποι κυκλώνουν τα ζώα και με φωνές προσπαθούν να τα διώξουν προς το μέρος όπου περιμένουν οι άλλοι κι έτσι καταφέρνουν να μην τους ξεφύγει κανένα ζώο. Οι λύκοι κυνηγούν και τα ήμερα ζώα, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές, ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες, στα αιγοπρόβατα.Γι' αυτό, σ' όλα τα κράτη τον κυνηγούν άγρια, μ' αποτέλεσμα, σε πολλές περιοχές της Ευρώπης, να έχει τελείως εξαφανιστεί. Σήμερα δεν υπάρχουν καθόλου λύκοι στην Αγγλία και σε πολλές κεντροευρωπαϊκές χώρες έχουν περιοριστεί σε σημαντικό βαθμό.Η λύκαινα γεννά από τρία μέχρι εννιά μικρά, που θηλάζει για μερικές εβδομάδες. Μέχρι να μεγαλώσουν τα μικρά της φτιάχνει φωλιά σε κουφάλες δέντρων ή χρησιμοποιεί τις φωλιές άλλων ζώων. Χαρακτηριστικό είναι ότι η λύκαινα κάθε χρόνο χρησιμοποιεί την ίδια φωλιά.

Τσακάλι

Ζώο των Μεσογειακών χωρών, με μεγάλη διάδοση στην Ελλάδα. Συγγενεύει με το σκύλο του οποίου κι αποτελεί μια άσχημη μικρογραφία. Βασικά είναι σαρκοφάγο, σε περίοδο πείνας όμως κατανικούν την έμφυτη δειλία τους και επιτίθενται εναντίον των φυτειών, μ' αποτέλεσμα ν' αποβαίνουν μάστιγα για τη γεωργική παραγωγή.Η φωνή του, αλλά και η έντονα αποκρουστική μυρωδιά του, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι ένα από τα συνηθισμένα του φαγητά είναι τα πτώματα, δημιούργησε την αποστροφή των ανθρώπων για το ζώο αυτό. Το χρώμα του θυμίζει έντονα τη σκουριά.Το μόνο σημείο που διαφέρει κάπως είναι η κοιλιά του, που το χρώμα της είναι ανοικτότερο και σε ορισμένες περιπτώσεις απέχει λίγο από το άσπρο. Το πιο εξαπλωμένο είδος είναι το τσακάλι το χρυσό, όνομα που το πήρε από τις χρυσαφιές ανταύγειες που σχηματίζει το τρίχωμα της ράχης του. Το ύψος του φτάνει τα 50 εκ., ενώ το μήκος του τα 90. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα τα μικρά, μυτερά και όρθια αφτιά του.

Αγριόγατος-Λύγκας

 

Αγριόγατος

Σαρκοφάγο ζώο της οικογένειας των αιλουροειδών. Ονομάζεται "αίλουρος ο δασόβιος" ή απλώς "γάτος". Είναι πιο μεγάλος από τον κοινό γάτο. Ζει στα δάση της Ευρώπης και γενικά στις εύκρατες ζώνες. Τρέφεται με μικρά ζώα, όπως κουνέλια, ζαρκάδια και πουλιά. Μπορεί ακόμα να επιτεθεί και σε άνθρωπο, αν είναι πολύ πεινασμένος.

Λύγκας

Ζώο νυκτόβιο και μοναχικό, ο λύγκας ήταν σχεδόν πάντα αόρατος για τον πολύ κόσμο. Οι αρχαίοι, πάντως, τον γνώριζαν καλά κι εκείνοι του πρωτοέδωσαν το όνομα λυγξ (ο λυγξ, του λυγκός). Στα νεότερα χρόνια ο λαός μας τον ονόμαζε ρίσσο ή ρίτσο. Από κει βγαίνει και το επώνυμο του μεγάλου μας ποιητή. Πρόκειται για ένα υπέροχο αιλουροειδές, περίπου διπλάσιο σε μέγεθος από ένα γάτο. Ξεχωρίζει από την πολύ κοντή ουρά του και τις «φούντες» στις άκρες των αυτιών.

 

Κουνάβι

Είναι ζώο θηλαστικό με ψηλά και μακριά πόδια και φουντωτή ουρά.Υπάρχουν δύο τύποι κουναβιών: το κουνάβι των βράχων και των δασών. Το κουνάβι των βράχων έχει σαν χαρακτηριστικό του την αρκετά μεγάλη κηλίδα κάτω από το λαιμό που έχει χρώμα άσπρο προς το κίτρινο. Η κηλίδα αυτή, όσο προχωρεί προς τα πόδια, χωρίζεται σε δύο μέρη. Το μήκος του σώματός του φτάνει τα 45 - 50 εκατοστά στα οποία πρέπει να προστεθούν κι άλλα 25 - 30 εκατοστά που έχει η ουρά. Ζυγίζει περίπου 1,5 - 2 κιλά. Το είδος αυτό ζει παντού όπου υπάρχουν βράχοι, στις τρύπες των οποίων φωλιάζει.Τρέχει πολύ γρήγορα, ανεβαίνει ταχύτατα στα δέντρα και κολυμπά επίσης πολύ καλά. Τρέφεται κυρίως με ποντικούς, με πουλιά κλπ., ενώ το φθινόπωρο και το χειμώνα δεν αποφεύγει ούτε τα διάφορα φρούτα που μπορεί να συναντήσει. Όταν πλησιάζει τους κατοικημένους χώρους, αποτελεί μάστιγα για τις κότες.Το κουνάβι των δασών ζει αποκλειστικά στα δάση. Η κηλίδα κάτω απ' το λαιμό του έχει χρώμα κίτρινο. Τρέφεται κυρίως με ποντικούς, πουλιά, με αβγά πουλιών (ιδιαίτερα την άνοιξη προκαλεί μεγάλες καταστροφές στ' αυγό των πουλιών). Κρύβεται μέσα σε παλιές φωλιές πουλιών, σε κουφάλες δέντρων κλπ.Τόσο το κουνάβι του δάσους όσο και το κουνάβι των βράχων αποτελούν αντικείμενο κυνηγιού για την πολύτιμη γούνα τους.Τα κουνάβια ζευγαρώνουν το καλοκαίρι και γεννούν την επόμενη άνοιξη 2 - 5 μικρά. Στον Καναδά και την Αλάσκα ζουν δύο ακόμη διαφορετικά είδη κουναβιών που έχουν πολύτιμη γούνα.

πηγες:www.livepedia.gr

Webnode